Η προσωπικότητα του Αλκιβιάδη

Η προσωπικότητα του Αλκιβιάδη μέσα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Η επίδρασή της διαχρονικά στην τέχνη και στη σύγχρονη λογοτεχνία

 

Alkibiades
Μαρμάρινο κεφάλι του Αλκιβιάδη (Μουσείο Ny Karlsberg, Κοπεγχάγη). Η σύνθετη προσωπικότητα του Αθηναίου πολιτικού εκφράζεται στην προτομή αυτή.Από το σχολικό εγχειρίδιο Αρχαία Ιστορία Α΄ Γυμνασίου

 

Ξεκινώντας τον προβληματισμό μας από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο αναζητήσαμε στην πορεία της έρευνάς μας κάτι πιο συγκεκριμένο και καταλήξαμε σε έναν από τους πρωταγωνιστές του. Κατά συνέπεια ο παραπάνω τίτλος προέκυψε από το ενδιαφέρον μας να παρουσιάσουμε και να αναδείξουμε τον Αλκιβιάδη όχι ως την πολιτική και στρατιωτική ιδιοφυΐα που σημάδεψε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και έκρινε καταλυτικά την έκβασή του αλλά ως μια γοητευτική προσωπικότητα που ενέπνευσε ή έστω απασχόλησε τόσο τους συγγραφείς της αρχαίας ελληνικής γραμματείας όσο και τους σύγχρονους Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Ωστόσο, μας απασχόλησε και το πώς αποτυπώθηκε η γοητευτική αυτή προσωπικότητα στην τέχνη της κλασικής εποχής αλλά και στη νεότερη εποχή μέσα από τα ρεύματα του κλασικισμού και του ρομαντισμού.
Ο Αλκιβιάδης είναι ένα πρόσωπο ενδιαφέρον και γοητευτικό διαχρονικά που έζησε την εποχή της ακμής της αρχαίας Αθήνας (450 – 404 π.Χ) μιας ακμής όμως που πλησίαζε στο τέλος. Ίσως σήμερα που ζούμε τόσο έντονα την κοινωνική και οικονομική κρίση να μας ελκύουν περισσότερο τέτοιες προσωπικότητες σαν τον Αλκιβιάδη, ένας τυχοδιώκτης αλλά και πόσο προικισμένος, ένας ικανότατος και οξυδερκής πολιτικός.

Στόχοι της έρευνας

• Να φωτιστεί μια ιστορική προσωπικότητα για την οποία γίνεται συνοπτικά λόγος στο σχολικό εγχειρίδιο της Α’ γυμνασίου, ενώ αποσιωπάται χαρακτηριστικά στο αντίστοιχο εγχειρίδιο της Α΄ λυκείου.
• Να παρουσιαστούν αποσπάσματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που αναφέρονται στο πρόσωπο του Αλκιβιάδη.
• Να παρουσιαστούν –όπου ήταν εφικτό- κριτικές στα παραπάνω έργα.
• Να αναφερθούν με σύντομο σχολιασμό τα βιβλία της σύγχρονης λογοτεχνίας που έχουν ως κεντρικό πρόσωπο τον Αλκιβιάδη.
• Να παρουσιαστούν έργα τέχνης τόσο από την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα όσο και από τη νεότερη ευρωπαϊκή ζωγραφική, όπου ο Αθηναίος πολιτικός απετέλεσε πηγή έμπνευσης και ιδεαλιστικό πρότυπο.

 

ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Αρχικά ανατρέξαμε στις ψηφιακές πηγές του εργαστηρίου προκειμένου να αναζητήσουμε έργα και συγκεκριμένα αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική γραμματεία τα οποία αναφέρονται στον Αλκιβιάδη όπως η Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα και ο εκπαιδευτικός ιστότοπος Φωτόδενδρο.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

Ο Θουκυδίδης στο 6ο βιβλίο αναφέρεται στο γεγονός του ακρωτηριασμού των Ερμών και στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του Αλκιβιάδη (6.27.1-6.29.3):
ΘΟΥΚ 6.27.1–6.29.3

Ακρωτηριασμός των «Ερμών» – Καταγγελίες για διακωμώδηση των μυστηρίων
[6.27.1] Ἐν δὲ τούτῳ, ὅσοι Ἑρμαῖ ἦσαν λίθινοι ἐν τῇ πόλει τῇ
Ἀθηναίων (εἰσὶ δὲ κατὰ τὸ ἐπιχώριον, ἡ τετράγωνος ἐργασία,
πολλοὶ καὶ ἐν ἰδίοις προθύροις καὶ ἐν ἱεροῖς), μιᾷ νυκτὶ οἱ
πλεῖστοι περιεκόπησαν τὰ πρόσωπα. [6.27.2] καὶ τοὺς δράσαντας
ᾔδει οὐδείς, ἀλλὰ μεγάλοις μηνύτροις δημοσίᾳ οὗτοί τε ἐζη-
τοῦντο καὶ προσέτι ἐψηφίσαντο, καὶ εἴ τις ἄλλο τι οἶδεν
ἀσέβημα γεγενημένον, μηνύειν ἀδεῶς τὸν βουλόμενον καὶ
ἀστῶν καὶ ξένων καὶ δούλων. [6.27.3] καὶ τὸ πρᾶγμα μειζόνως
ἐλάμβανον· τοῦ τε γὰρ ἔκπλου οἰωνὸς ἐδόκει εἶναι καὶ ἐπὶ
ξυνωμοσίᾳ ἅμα νεωτέρων πραγμάτων καὶ δήμου καταλύσεως
γεγενῆσθαι. [6.28.1] μηνύεται οὖν ἀπὸ μετοίκων τέ τινων καὶ ἀκο-
λούθων περὶ μὲν τῶν Ἑρμῶν οὐδέν, ἄλλων δὲ ἀγαλμάτων
περικοπαί τινες πρότερον ὑπὸ νεωτέρων μετὰ παιδιᾶς καὶ
οἴνου γεγενημέναι, καὶ τὰ μυστήρια ἅμα ὡς ποιεῖται ἐν
οἰκίαις ἐφ’ ὕβρει· ὧν καὶ τὸν Ἀλκιβιάδην ἐπῃτιῶντο. [6.28.2] καὶ
αὐτὰ ὑπολαμβάνοντες οἱ μάλιστα τῷ Ἀλκιβιάδῃ ἀχθόμενοι
ἐμποδὼν ὄντι σφίσι μὴ αὐτοῖς τοῦ δήμου βεβαίως προεστάναι,
καὶ νομίσαντες, εἰ αὐτὸν ἐξελάσειαν, πρῶτοι ἂν εἶναι, ἐμεγά-
λυνον καὶ ἐβόων ὡς ἐπὶ δήμου καταλύσει τά τε μυστικὰ καὶ
ἡ τῶν Ἑρμῶν περικοπὴ γένοιτο καὶ οὐδὲν εἴη αὐτῶν ὅτι οὐ
μετ’ ἐκείνου ἐπράχθη, ἐπιλέγοντες τεκμήρια τὴν ἄλλην αὐτοῦ
ἐς τὰ ἐπιτηδεύματα οὐ δημοτικὴν παρανομίαν. [6.29.1] ὁ δ’ ἔν τε
τῷ παρόντι πρὸς τὰ μηνύματα ἀπελογεῖτο καὶ ἑτοῖμος ἦν
πρὶν ἐκπλεῖν κρίνεσθαι, εἴ τι τούτων εἰργασμένος ἦν (ἤδη
γὰρ καὶ τὰ τῆς παρασκευῆς ἐπεπόριστο), καὶ εἰ μὲν τούτων
τι εἴργαστο, δίκην δοῦναι, εἰ δ’ ἀπολυθείη, ἄρχειν. [6.29.2] καὶ
ἐπεμαρτύρετο μὴ ἀπόντος πέρι αὐτοῦ διαβολὰς ἀποδέχεσθαι,
ἀλλ’ ἤδη ἀποκτείνειν, εἰ ἀδικεῖ, καὶ ὅτι σωφρονέστερον εἴη
μὴ μετὰ τοιαύτης αἰτίας, πρὶν διαγνῶσι, πέμπειν αὐτὸν ἐπὶ
τοσούτῳ στρατεύματι. [6.29.3] οἱ δ’ ἐχθροὶ δεδιότες τό τε στράτευμα
μὴ εὔνουν ἔχῃ, ἢν ἤδη ἀγωνίζηται, ὅ τε δῆμος μὴ μαλα-
κίζηται θεραπεύων ὅτι δι’ ἐκεῖνον οἵ τ’ Ἀργεῖοι ξυνεστράτευον
καὶ τῶν Μαντινέων τινές, ἀπέτρεπον καὶ ἀπέσπευδον, ἄλλους
ῥήτορας ἐνιέντες οἳ ἔλεγον νῦν μὲν πλεῖν αὐτὸν καὶ μὴ
κατασχεῖν τὴν ἀναγωγήν, ἐλθόντα δὲ κρίνεσθαι ἐν ἡμέραις
ῥηταῖς, βουλόμενοι ἐκ μείζονος διαβολῆς, ἣν ἔμελλον ῥᾷον
αὐτοῦ ἀπόντος ποριεῖν, μετάπεμπτον κομισθέντα αὐτὸν ἀγω-
νίσασθαι. καὶ ἔδοξε πλεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην.

 

Ο Θουκυδίδης στο 6ο βιβλίο εκθέτει τα κίνητρα του Αλκιβιάδη για τη Σικελική εκστρατεία (6.15.1-6.15.4):
ΘΟΥΚ 6.15.1–6.15.4
Κίνητρα και χαρακτήρας του Αλκιβιάδη

Ὁ μὲν Νικίας τοιαῦτα εἶπε, τῶν δὲ Ἀθηναίων παριόντες
οἱ μὲν πλεῖστοι στρατεύειν παρῄνουν καὶ τὰ ἐψηφισμένα μὴ
λύειν, οἱ δέ τινες καὶ ἀντέλεγον. [6.15.2] ἐνῆγε δὲ προθυμότατα
τὴν στρατείαν Ἀλκιβιάδης ὁ Κλεινίου, βουλόμενος τῷ τε
Νικίᾳ ἐναντιοῦσθαι, ὢν καὶ ἐς τἆλλα διάφορος τὰ πολιτικὰ
καὶ ὅτι αὐτοῦ διαβόλως ἐμνήσθη, καὶ μάλιστα στρατηγῆσαί
τε ἐπιθυμῶν καὶ ἐλπίζων Σικελίαν τε δι’ αὐτοῦ καὶ Καρχη-
δόνα λήψεσθαι καὶ τὰ ἴδια ἅμα εὐτυχήσας χρήμασί τε καὶ
δόξῃ ὠφελήσειν. [6.15.3] ὢν γὰρ ἐν ἀξιώματι ὑπὸ τῶν ἀστῶν, ταῖς
ἐπιθυμίαις μείζοσιν ἢ κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν οὐσίαν ἐχρῆτο
ἔς τε τὰς ἱπποτροφίας καὶ τὰς ἄλλας δαπάνας· ὅπερ καὶ
καθεῖλεν ὕστερον τὴν τῶν Ἀθηναίων πόλιν οὐχ ἥκιστα.
[6.15.4] φοβηθέντες γὰρ αὐτοῦ οἱ πολλοὶ τὸ μέγεθος τῆς τε κατὰ τὸ
ἑαυτοῦ σῶμα παρανομίας ἐς τὴν δίαιταν καὶ τῆς διανοίας ὧν
καθ’ ἓν ἕκαστον ἐν ὅτῳ γίγνοιτο ἔπρασσεν, ὡς τυραννίδος
ἐπιθυμοῦντι πολέμιοι καθέστασαν, καὶ δημοσίᾳ κράτιστα
διαθέντι τὰ τοῦ πολέμου ἰδίᾳ ἕκαστοι τοῖς ἐπιτηδεύμασιν
αὐτοῦ ἀχθεσθέντες, καὶ ἄλλοις ἐπιτρέψαντες, οὐ διὰ μακροῦ
ἔσφηλαν τὴν πόλιν.
[Πηγή: Θουκυδίδου Ιστορία, Πρόλογος, μετάφραση, σχόλια. Εισαγωγή: Ι.Θ. Κακριδής. Ι–IV, μτφρ. Ε. Λαμπρίδη, Γκοβόστης, Αθήνα, 1962 – (διατίθεται στην Πύλη για την Ελληνική γλώσσα)]

Ο Ξενοφώντας στα Ελληνικά (2.1.25-26) αναφέρεται στις συμβουλές που έδωσε ο Αλκιβιάδης στους Αθηναίους στρατηγούς πριν τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς:

Ολιγωρία των Αθηναίων
Ολιγωρία των Αθηναίων

 

 

 

Πηγή: Εκπαιδευτικός συσσωρευτής Φωτόδενδρο

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Παράλληλοι Βίοι, Αλκιβιάδης – Κοριολανός

Τὸ Ἀλκιβιάδου γένος ἄνωθεν Εὐρυσάκην τὸν Αἴαντος ἀρχηγὸν ἔχειν δοκεῖ, πρὸς δὲ μητρὸς Ἀλκμαιωνίδης ἦν, ἐκ Δεινομάχης γεγονὼς τῆς Μεγακλέους. ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ Κλεινίας ἰδιοστόλῳ τριήρει περὶ Ἀρτεμίσιον ἐνδόξως ἐναυμάχησεν, ὕστερον δὲ Βοιωτοῖς μαχόμενος περὶ Κορώνειαν ἀπέθανε. τοῦ δὲ Ἀλκιβιάδου Περικλῆς καὶ Ἀρίφρων οἱ Ξανθίππου, προσήκοντες κατὰ γένος, ἐπετρόπευον. [1.2] λέγεται δ᾽ οὐ κακῶς ὅτι τῆς Σωκράτους πρὸς αὐτὸν εὐνοίας καὶ φιλ[ανθρωπ]ίας οὐ μικρὰ πρὸς δόξαν ἀπέλαυσεν, εἴγε Νικίου μὲν καὶ Δημοσθένους καὶ Λαμάχου καὶ Φορμίωνος Θρασυβούλου τε καὶ Θηραμένους, ἐπιφανῶν ἀνδρῶν γενομένων κατ᾽ αὐτόν, οὐδενὸς οὐδ᾽ ἡ μήτηρ ὀνόματος τετύχηκεν, Ἀλκιβιάδου δὲ καὶ τίτθην, γένος Λάκαιναν, Ἀμύκλαν ὄνομα, καὶ Ζώπυρον παιδαγωγὸν ἴσμεν, ὧν τὸ μὲν Ἀντισθένης, τὸ δὲ Πλάτων ἱστόρηκε.

ΠΛΑΤΩΝ
ΠΛ Αλκ1 104e–106a

Ο Σωκράτης είναι σε θέση να καθοδηγήσει τον Αλκιβιάδη στην επίτευξη των στόχων του. Σε αυτόν τον διάλογο, για τη γνησιότητα του οποίου υπάρχει διχογνωμία, ο Σωκράτης και ο Αλκιβιάδης συζητούν για την αυτογνωσία. Ο φιλόσοφος διαπίστωσε ότι, σε αντίθεση με τον ίδιο, οι περισσότεροι απέφευγαν πλέον τη συναναστροφή με τον Αλκιβιάδη, εξαιτίας της αλαζονείας του χαρισματικού νέου: ο Αλκιβιάδης πίστευε ότι δεν είχε την ανάγκη κανενός. Ο γιος του Κλεινία ζήτησε τότε επίμονα να του εξηγήσει ο φιλόσοφος γιατί επιζητούσε ακόμη τη συναναστροφή μαζί του.

 

[104e] ΣΩ. Ὅρα δή· οὐ γάρ τοι εἴη ἂν θαυμαστὸν εἰ, ὥσπερ
μόγις ἠρξάμην, οὕτω μόγις καὶ παυσαίμην.
ΑΛ. Ὠγαθὲ λέγε· ἀκούσομαι γάρ.
ΣΩ. Λεκτέον ἂν εἴη. χαλεπὸν μὲν οὖν πρὸς ἄνδρα οὐχ
ἥττονα ἐραστῶν προσφέρεσθαι ἐραστῇ, ὅμως δὲ τολμητέον
φράσαι τὴν ἐμὴν διάνοιαν. ἐγὼ γάρ, ὦ Ἀλκιβιάδη, εἰ μέν
σε ἑώρων ἃ νυνδὴ διῆλθον ἀγαπῶντα καὶ οἰόμενον δεῖν ἐν
τούτοις καταβιῶναι, πάλαι ἂν ἀπηλλάγμην τοῦ ἔρωτος, ὥς
[105a] γε δὴ ἐμαυτὸν πείθω· νῦν δ’ ἕτερ’ αὖ κατηγορήσω διανοή-
ματα σὰ πρὸς αὐτὸν σέ, ᾧ καὶ γνώσῃ ὅτι προσέχων γέ σοι
τὸν νοῦν διατετέλεκα. δοκεῖς γάρ μοι, εἴ τίς σοι εἴποι θεῶν·
«Ὦ Ἀλκιβιάδη, πότερον βούλει ζῆν ἔχων ἃ νῦν ἔχεις, ἢ
αὐτίκα τεθνάναι εἰ μή σοι ἐξέσται μείζω κτήσασθαι;»
δοκεῖς ἄν μοι ἑλέσθαι τεθνάναι· ἀλλὰ νῦν ἐπὶ τίνι δή ποτε
ἐλπίδι ζῇς, ἐγὼ φράσω. ἡγῇ, ἐὰν θᾶττον εἰς τὸν Ἀθηναίων
[105b] δῆμον παρέλθῃς ―τοῦτο δ’ ἔσεσθαι μάλα ὀλίγων ἡμερῶν―
παρελθὼν οὖν ἐνδείξεσθαι Ἀθηναίοις ὅτι ἄξιος εἶ τιμᾶσθαι
ὡς οὔτε Περικλῆς οὔτ’ ἄλλος οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων,
καὶ τοῦτ’ ἐνδειξάμενος μέγιστον δυνήσεσθαι ἐν τῇ πόλει, ἐὰν
δ’ ἐνθάδε μέγιστος ᾖς, καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις Ἕλλησι, καὶ οὐ
μόνον ἐν Ἕλλησιν, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς βαρβάροις, ὅσοι ἐν τῇ
αὐτῇ ἡμῖν οἰκοῦσιν ἠπείρῳ. καὶ εἰ αὖ σοι εἴποι ὁ αὐτὸς
οὗτος θεὸς ὅτι αὐτοῦ σε δεῖ δυναστεύειν ἐν τῇ Εὐρώπῃ,
[105c] διαβῆναι δὲ εἰς τὴν Ἀσίαν οὐκ ἐξέσται σοι οὐδὲ ἐπιθέσθαι
τοῖς ἐκεῖ πράγμασιν, οὐκ ἂν αὖ μοι δοκεῖς ἐθέλειν οὐδ’ ἐπὶ
τούτοις μόνοις ζῆν, εἰ μὴ ἐμπλήσεις τοῦ σοῦ ὀνόματος καὶ
τῆς σῆς δυνάμεως πάντας ὡς ἔπος εἰπεῖν ἀνθρώπους· καὶ
οἶμαί σε πλὴν Κύρου καὶ Ξέρξου ἡγεῖσθαι οὐδένα ἄξιον
λόγου γεγονέναι. ὅτι μὲν οὖν ἔχεις ταύτην τὴν ἐλπίδα, εὖ
οἶδα καὶ οὐκ εἰκάζω. ἴσως ἂν οὖν εἴποις, ἅτε εἰδὼς ὅτι
ἀληθῆ λέγω, «Τί δὴ οὖν, ὦ Σώκρατες, τοῦτ’ ἐστί σοι πρὸς
[105d] λόγον; [ὃν ἔφησθα ἐρεῖν, διὸ ἐμοῦ οὐκ ἀπαλλάττῃ;]» ἐγὼ δὲ
σοί γε ἐρῶ, ὦ φίλε παῖ Κλεινίου καὶ Δεινομάχης. τούτων
γάρ σοι ἁπάντων τῶν διανοημάτων τέλος ἐπιτεθῆναι ἄνευ
ἐμοῦ ἀδύνατον· τοσαύτην ἐγὼ δύναμιν οἶμαι ἔχειν εἰς τὰ σὰ
πράγματα καὶ εἰς σέ, διὸ δὴ καὶ πάλαι οἴομαί με τὸν θεὸν
οὐκ ἐᾶν διαλέγεσθαί σοι, ὃν ἐγὼ περιέμενον ὁπηνίκα ἐάσει.
ὥσπερ γὰρ σὺ ἐλπίδας ἔχεις ἐν τῇ πόλει ἐνδείξασθαι ὅτι
[105e] αὐτῇ παντὸς ἄξιος εἶ, ἐνδειξάμενος δὲ [ὅτι] οὐδὲν ὅτι οὐ
παραυτίκα δυνήσεσθαι, οὕτω κἀγὼ παρὰ σοὶ ἐλπίζω μέγιστον
δυνήσεσθαι ἐνδειξάμενος ὅτι παντὸς ἄξιός εἰμί σοι καὶ οὔτε
ἐπίτροπος οὔτε συγγενὴς οὔτ’ ἄλλος οὐδεὶς ἱκανὸς παραδοῦναι
τὴν δύναμιν ἧς ἐπιθυμεῖς πλὴν ἐμοῦ, μετὰ τοῦ θεοῦ μέντοι.
νεωτέρῳ μὲν οὖν ὄντι σοι καὶ πρὶν τοσαύτης ἐλπίδος γέμειν,
ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, οὐκ εἴα ὁ θεὸς διαλέγεσθαι, ἵνα μὴ μάτην
[106a] διαλεγοίμην. νῦν δ’ ἐφῆκεν· νῦν γὰρ ἄν μου ἀκούσαις.
ΠΗΓΗ
Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

 

ΠΛ Αλκ2 146d–147b
Η γνώση που δεν συνοδεύεται από τη γνώση του «βελτίστου» είναι συχνά επιβλαβής
Συζητώντας με τον Αλκιβιάδη για τη σημασία που έχει να προσέχει κανείς τι ζητά με τις προσευχές του από τους θεούς (βλ. και ΠΛ Αλκ2 141c–143a), ο Σωκράτης υποστήριξε ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία είναι καλύτερο να τα αγνοεί κανείς παρά να τα γνωρίζει. Κι αυτό γιατί κάθε επιμέρους γνώση, αν δεν συνοδεύεται από τη γνώση του βελτίστου , μπορεί να αποδειχτεί επιζήμια. Επειδή, όμως, οι περισσότεροι είναι άφρονες, καθώς αγνοούν το βέλτιστον , είναι προτιμότερο να μην γνωρίζουν τίποτα. Και συνεχίζει:

ΣΩ. Ὁρᾷς οὖν, ὅτε γ’ ἔφην κινδυνεύειν τό γε τῶν ἄλλων
[146e] ἐπιστημῶν κτῆμα, ἐάν τις ἄνευ τῆς τοῦ βελτίστου ἐπιστήμης
κεκτημένος ᾖ, ὀλιγάκις μὲν ὠφελεῖν, βλάπτειν δὲ τὰ πλείω
τὸν ἔχοντα αὐτό, ἆρ’ οὐχὶ τῷ ὄντι ὀρθῶς ἐφαινόμην λέγων;
ΑΛ. Καὶ εἰ μὴ τότε, ἀλλὰ νῦν μοι δοκεῖ, ὦ Σώκρατες.
ΣΩ. Δεῖ ἄρα καὶ πόλιν καὶ ψυχὴν τὴν μέλλουσαν ὀρθῶς
βιώσεσθαι ταύτης τῆς ἐπιστήμης ἀντέχεσθαι, ἀτεχνῶς
ὥσπερ ἀσθενοῦντα ἰατροῦ ἤ τινος κυβερνήτου τὸν ἀσφαλῶς
[147a] μέλλοντα πλεῖν. ἄνευ γὰρ ταύτης, ὅσῳπερ ἂν λαμπρό-
τερον ἐπουρίσῃ τὸ τῆς τύχης ἢ περὶ χρημάτων κτῆσιν ἢ
σώματος ῥώμην ἢ καὶ ἄλλο τι τῶν τοιούτων, τοσούτῳ μείζω
ἁμαρτήματα ἀπ’ αὐτῶν ἀναγκαῖόν ἐστιν, ὡς ἔοικε, γίγνεσθαι.
ὁ δὲ δὴ τὴν καλουμένην πολυμαθίαν τε καὶ πολυτεχνίαν
κεκτημένος, ὀρφανὸς δὲ ὢν ταύτης τῆς ἐπιστήμης, ἀγό-
μενος δὲ ὑπὸ μιᾶς ἑκάστης τῶν ἄλλων, ἆρ’ οὐχὶ τῷ ὄντι
δικαίως πολλῷ χειμῶνι χρήσεται, ἅτε οἶμαι ἄνευ κυβερνήτου
[147b] διατελῶν ἐν πελάγει, χρόνον οὐ μακρὸν βίου θέων; ὥστε
συμβαίνειν μοι δοκεῖ καὶ ἐνταῦθα τὸ τοῦ ποιητοῦ, ὃ λέγει
κατηγορῶν πού τινος, ὡς ἄρα πολλὰ μὲν ἠπίστατο
ἔργα, κακῶς δέ, φησίν, ἠπίστατο πάντα.

ΠΗΓΗ
Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

 

ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ, Κατά Αλκιβιάδου. Η υπόθεση του λόγου

Ο Ανδοκίδης καταγόταν από ιερατικό γένος. Είχε αριστοκρατικές πεποιθήσεις και συνδέθηκε με τον Αλκιβιάδη. Το 415 π.Χ. θεωρήθηκε ότι είχε ανάμειξη στο σκάνδαλο των Ερμοκοπιδών. Γι’ αυτό φυλακίστηκε ο ίδιος, ο πατέρας του και μερικοί συγγενείς του. Κατέδωσε όμως τους ενόχους για να αποφυλακισθεί αυτός και οι συγγενείς του, αλλά η πράξη του αυτή μείωσε πολύ τη φήμη του στην Αθήνα και τελικά με ειδικό ψήφισμα καταδικάστηκε σε εξορία. Το 403 π.Χ., που δόθηκε γενική αμνηστία, γύρισε στην Αθήνα.
Στον λόγο του «Κατά Αλκιβιάδου» κατηγορεί τον Αλκιβιάδη, τον γιο του Κλεινία, για πολλά δεινά που προκάλεσε στην πόλη και στους συμμάχους της και για πολλά σφάλματα στην ιδιωτική του ζωή. Γι’ αυτό είναι δίκαιο και συμφέρον για την πόλη να τον εξοστρακίσουν.

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

[1] ὧν οὐκ ἐν τῷ παρόντι μόνον γιγνώσκω τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ὡς σφαλερόν ἐστιν ἅπτεσθαι, ἀλλὰ καὶ πρότερον χαλεπὸν ἡγούμην, πρὶν τῶν κοινῶν ἐπιμελεῖσθαί τινος. πολίτου δὲ ἀγαθοῦ νομίζω προκινδυνεύειν ἐθέλειν τοῦ πλήθους, καὶ μὴ καταδείσαντα τὰς ἔχθρας τὰς ἰδίας ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἔχειν ἡσυχίαν: διὰ μὲν γὰρ τοὺς τῶν ἰδίων ἐπιμελουμένους οὐδὲν αἱ πόλεις μείζους καθίστανται, διὰ δὲ τοὺς τῶν κοινῶν μεγάλαι καὶ ἐλεύθεραι γίγνονται. [2] ὧν [τῶν ἀγαθῶν] εἷς ἐγὼ βουληθεὶς ἐξετάζεσθαι μεγίστοις περιπέπτωκα κινδύνοις, προθύμων μὲν καὶ ἀγαθῶν ἀνδρῶν ὑμῶν τυγχάνων, δι” ὅπερ σῴζομαι, πλείστοις δὲ καὶ δεινοτάτοις ἐχθροῖς χρώμενος, ὑφ” ὧν διαβάλλομαι. ὁ μὲν οὖν ἀγὼν ὁ παρὼν οὐ στεφανηφόρος, ἀλλ” εἰ χρὴ μηδὲν ἀδικήσαντα τὴν πόλιν δέκα ἔτη φεύγειν: οἱ δ” ἀνταγωνιζόμενοι περὶ τῶν ἄθλων τούτων ἐσμὲν ἐγὼ καὶ Ἀλκιβιάδης καὶ Νικίας, ὧν ἀναγκαῖον ἕνα τῇ συμφορᾷ περιπεσεῖν.

ΠΗΓΗ Βικιθήκη Κατά Αλκιβιάδου

ΛΥΣΙΑΣ, Κατά Αλκιβιάδου Λιποταξίου (Α΄)

ΛΥΣ 14.9–22
[9] Οὗτος τοίνυν εἰς τοῦτ’ ἦλθε πονηρίας, καὶ οὕτως ὑμῶν
κατεφρόνησε καὶ τοὺς πολεμίους ἔδεισε καὶ ἱππεύειν ἐπε-
θύμησε καὶ τῶν νόμων οὐκ ἐφρόντισεν, ὥστε οὐδὲν αὐτῷ
τούτων τῶν κινδύνων ἐμέλησεν, ἀλλ’ ἐβουλήθη καὶ ἄτιμος
εἶναι καὶ τὰ χρήματ’ αὐτοῦ δημευθῆναι καὶ πάσαις ταῖς
κειμέναις ζημίαις ἔνοχος γενέσθαι μᾶλλον ἢ μετὰ τῶν πο-
λιτῶν εἶναι καὶ ὁπλίτης γενέσθαι. [10] καὶ ἕτεροι μὲν οὐδεπώ-
ποτε ὁπλιτεύσαντες, ἱππεύοντες δὲ τὸν ἄλλον χρόνον
καὶ πολλὰ κακὰ τοὺς πολεμίους πεποιηκότες, οὐκ ἐτόλμη-
σαν ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβῆναι, δεδιότες ὑμᾶς καὶ τὸν νό-
μον· οὕτω γὰρ ἦσαν παρεσκευασμένοι, οὐχ ὡς ἀπολουμένης
τῆς πόλεως, ἀλλ’ ὡς σωθησομένης καὶ μεγάλης ἐσομένης
καὶ τιμωρησομένης τοὺς ἀδικοῦντας· Ἀλκιβιάδης δ’ ἐτόλ-
μησεν ἀναβῆναι, οὔτε εὔνους ὢν τῷ πλήθει οὔτε πρότερον
ἱππεύσας οὔτε νῦν ἐπιστάμενος οὔτε ὑφ’ ὑμῶν δοκιμασθείς,
ὡς οὐκ ἐξεσόμενον τῇ πόλει δίκην παρὰ τῶν ἀδικούντων
λαμβάνειν. [11] ἐνθυμηθῆναι δὲ χρὴ ὅτι, εἰ ἐξέσται ὅ τι ἄν τις
βούληται ποιεῖν, οὐδὲν ὄφελος νόμους κεῖσθαι ἢ ὑμᾶς συλλέ-
γεσθαι ἢ στρατηγοὺς αἱρεῖσθαι. θαυμάζω δέ, ὦ ἄνδρες
δικασταί, εἴ τις ἀξιοῖ, ἐὰν μέν τις προσιόντων τῶν πολε-
μίων τῆς πρώτης τάξεως τεταγμένος τῆς δευτέρας γένηται,
τούτου μὲν δειλίαν καταψηφίζεσθαι, ἐὰν δέ τις ἐν τοῖς
ὁπλίταις τεταγμένος ἐν τοῖς ἱππεῦσιν ἀναφανῇ, τούτῳ
συγγνώμην ἔχειν. [12] καὶ μὲν δή, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἡγοῦμαι
δικάζειν ὑμᾶς οὐ μόνον τῶν ἐξαμαρτανόντων ἕνεκα, ἀλλ’ ἵνα
καὶ τοὺς ἄλλους τῶν ἀκοσμούντων σωφρονεστέρους ποιῆτε.
ἐὰν μὲν τοίνυν τοὺς ἀγνῶτας κολάζητε, οὐδεὶς ἔσται τῶν
ἄλλων βελτίων· οὐδεὶς γὰρ εἴσεται τὰ ὑφ’ ὑμῶν καταψηφι-
σθέντα· ἐὰν δὲ τοὺς ἐπιφανεστάτους τῶν ἐξαμαρτανόντων
τιμωρῆσθε, πάντες πεύσονται, ὥστε τούτῳ παραδείγματι
χρώμενοι βελτίους ἔσονται οἱ πολῖται. [13] ἐὰν τοίνυν τούτου
καταψηφίσησθε, οὐ μόνον οἱ ἐν τῇ πόλει εἴσονται, ἀλλὰ καὶ
οἱ σύμμαχοι αἰσθήσονται καὶ οἱ πολέμιοι πεύσονται, καὶ
ἡγήσονται πολὺ πλείονος ἀξίαν εἶναι τὴν πόλιν, ἐὰν ὁρῶσιν
ἐπὶ τοῖς τοιούτοις τῶν ἁμαρτημάτων μάλισθ’ ὑμᾶς ὀργιζο-
μένους καὶ μηδεμιᾶς συγγνώμης τοὺς ἀκοσμοῦντας ἐν τῷ
πολέμῳ τυγχάνοντας. [14] ἐνθυμεῖσθε δ’, ὦ ἄνδρες δικασταί,
ὅτι τῶν στρατιωτῶν οἱ μὲν κάμνοντες ἐτύγχανον, οἱ δὲ ἐν-
δεεῖς ὄντες τῶν ἐπιτηδείων, καὶ ἡδέως ἂν οἱ μὲν ἐν ταῖς πό-
λεσι καταμείναντες ἐθεραπεύοντο, οἱ δὲ οἴκαδ’ ἀπελθόντες
τῶν οἰκείων ἐπεμέλοντο, οἱ δὲ ψιλοὶ ἐστρατεύοντο, οἱ δ’ ἐν
τοῖς ἱππεῦσιν ἐκινδύνευον· [15] ἀλλ’ ὅμως οὐκ ἐτολμᾶτε ἀπολι-
πεῖν τὰς τάξεις οὐδὲ τἀρεστὰ ὑμῖν αὐτοῖς αἱρεῖσθαι ἀλλὰ
πολὺ μᾶλλον ἐφοβεῖσθε τοὺς τῆς πόλεως νόμους ἢ τὸν πρὸς
τοὺς πολεμίους κίνδυνον. ὧν χρὴ μεμνημένους ὑμᾶς νυνὶ τὴν
ψῆφον φέρειν, καὶ πᾶσι φανερὸν ποιεῖν ὅτι Ἀθηναίων οἱ
μὴ βουλόμενοι τοῖς πολεμίοις μάχεσθαι ὑφ’ ὑμῶν κακῶς
πείσονται.
[16] Ἡγοῦμαι δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, περὶ μὲν τοῦ νόμου καὶ
αὐτοῦ τοῦ πράγματος οὐχ ἕξειν αὐτοὺς ὅ τι λέξουσιν· ἀνα-
βαίνοντες δ’ ὑμᾶς ἐξαιτήσονται καὶ ἀντιβολήσουσιν, οὐκ
ἀξιοῦντες τοῦ Ἀλκιβιάδου ὑέος τοσαύτην δειλίαν κατα-
γνῶναι, ὡς ἐκεῖνον πολλῶν ἀγαθῶν ἀλλ’ οὐχὶ πολλῶν κα-
κῶν αἴτιον γεγενημένον· ὃν εἰ τηλικοῦτον ὄντα ἀπεκτεί-
νατε, ὅτε πρῶτον εἰς ὑμᾶς ἐλάβετε ἐξαμαρτάνοντα, οὐκ ἂν
ἐγένοντο συμφοραὶ τοσαῦται τῇ πόλει. [17] δεινὸν δέ μοι δοκεῖ,
ὦ ἄνδρες δικασταί, εἶναι, εἰ αὐτοῦ μὲν ἐκείνου θάνατον κα-
τέγνωτε, τοῦ δὲ ὑοῦ ἀδικοῦντος δι’ ἐκεῖνον ἀποψηφιεῖσθε,
ὃς αὐτὸς μὲν οὐκ ἐτόλμα μεθ’ ὑμῶν μάχεσθαι, ὁ δὲ πατὴρ
αὐτοῦ μετὰ τῶν πολεμίων ἠξίου στρατεύεσθαι. καὶ ὅτε μὲν
παῖς ὢν οὔπω δῆλος ἦν ὁποῖός τις ἔσται, διὰ τὰ τοῦ
πατρὸς ἁμαρτήματα ὀλίγου τοῖς ἕνδεκα παρεδόθη· ἐπειδὴ
δὲ πρὸς τοῖς ἐκείνῳ πεπραγμένοις ἐπίστασθε καὶ τὴν τούτου
πονηρίαν, διὰ τὸν πατέρα ἐλεεῖν αὐτὸν ἀξιώσετε; [18] οὐκ οὖν
δεινόν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τούτους μὲν οὕτως εὐτυχεῖς
εἶναι ὥστ’, ἐπειδὰν ἐξαμαρτάνοντες ληφθῶσι, διὰ τὸ αὑτῶν
γένος σῴζεσθαι, ἡμᾶς δέ, εἰ ἐδυστυχήσαμεν διὰ τοὺς οὕτως
ἀτακτοῦντας, μηδένα ἂν δύνασθαι παρὰ τῶν πολεμίων ἐξαι-
τήσασθαι μηδὲ διὰ τὰς τῶν προγόνων ἀρετάς; [19] καίτοι
πολλαὶ καὶ μεγάλαι καὶ ὑπὲρ ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων γε-
γόνασι, καὶ οὐδὲν ὅμοιαι τοῖς ὑπὸ τούτων περὶ τὴν πόλιν
πεπραγμένοις, ὦ ἄνδρες δικασταί. εἰ δ’ ἐκεῖνοι δοκοῦσι
βελτίους εἶναι σῴζοντες τοὺς φίλους, δῆλον ὅτι καὶ ὑμεῖς
ἀμείνους δόξετε εἶναι τιμωρούμενοι τοὺς ἐχθρούς. [20] ἀξιῶ
δ’, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐὰν μέν τινες τῶν συγγενῶν αὐτὸν
ἐξαιτῶνται, ὀργίζεσθαι ὅτι τούτου μὲν οὐκ ἐπεχείρησαν
δεηθῆναι (ἢ δεηθέντες οὐκ ἐδύναντο εὑρέσθαι) ποιεῖν τὰ
ὑπὸ τῆς πόλεως προσταττόμενα, ὑμᾶς δὲ πείθειν πειρῶνται
ὡς οὐ χρὴ παρὰ τῶν ἀδικούντων δίκην λαμβάνειν· [21] ἐὰν δέ
τινες τῶν ἀρχόντων βοηθῶσιν αὐτῷ ἐπίδειξιν μὲν τῆς
ἑαυτῶν δυνάμεως ποιούμενοι, φιλοτιμούμενοι δὲ ὅτι καὶ
τοὺς φανερῶς ἡμαρτηκότας σῴζειν δύνανται, ὑμᾶς [δὲ] χρὴ
ὑπολαμβάνειν πρῶτον μὲν ὅτι, εἰ πάντες Ἀλκιβιάδῃ ὅμοιοι
ἐγένοντο, οὐδὲν ἂν ἔδει τῶν στρατηγῶν (οὐδὲ γὰρ <ἂν>
εἶχον ὅτου ἡγοῦντο), ἔπειθ’ ὅτι πολὺ μᾶλλον αὐτοὺς προσή-
κει τῶν λιπόντων τὴν τάξιν κατηγορεῖν ἢ ὑπὲρ τῶν τοιούτων
ἀπολογεῖσθαι. τίς γὰρ ἔστιν ἐλπὶς τοὺς ἄλλους ἐθελήσειν
ποιεῖν τὰ ὑπὸ τῶν στρατηγῶν προσταττόμενα, ὅταν αὐτοὶ
οὗτοι τοὺς ἀκοσμοῦντας σῴζειν πειρῶνται; [22] ἐγὼ τοίνυν
ἀξιῶ, ἐὰν μὲν ἀποδείξωσιν οἱ λέγοντες καὶ αἰτούμενοι ὑπὲρ
Ἀλκιβιάδου ὡς ἐστρατεύσατο ἐν τοῖς ὁπλίταις ἢ ὡς ἵππευε
δεδοκιμασμένος, ἀποψηφίσασθαι· ἐὰν δὲ μηδὲν ἔχοντες δί-
καιον κελεύωσιν αὑτοῖς χαρίζεσθαι, μεμνῆσθαι χρὴ ὅτι δι-
δάσκουσιν ὑμᾶς ἐπιορκεῖν καὶ τοῖς νόμοις μὴ πείθεσθαι,
καὶ ὅτι λίαν προθύμως τοῖς ἀδικοῦσι βοηθοῦντες πολλοὺς
τῶν αὐτῶν ἔργων ἐπιθυμεῖν ποιήσουσι.
ΠΗΓΗ
Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

ΠΛΑΤΩΝ, Συμπόσιον

ΠΛ Συμπ 215a–216c
Ο Αλκιβιάδης εγκωμιάζει τον Σωκράτη

Μετά την είσοδο του Αλκιβιάδη στον χώρο του συμποσίου (βλ. ΠΛ Συμπ 212c–213e), οι συμποσιαστές τον κάλεσαν να εκφωνήσει το δικό του εγκώμιο στον Έρωτα, αυτός όμως εκφωνεί το εγκώμιο του Σωκράτη.

Σωκράτη δ’ ἐγὼ ἐπαινεῖν, ὦ ἄνδρες, οὕτως ἐπιχειρήσω,
δι’ εἰκόνων. οὗτος μὲν οὖν ἴσως οἰήσεται ἐπὶ τὰ γελοιότερα,
ἔσται δ’ ἡ εἰκὼν τοῦ ἀληθοῦς ἕνεκα, οὐ τοῦ γελοίου. φημὶ
γὰρ δὴ ὁμοιότατον αὐτὸν εἶναι τοῖς σιληνοῖς τούτοις τοῖς
[215b] ἐν τοῖς ἑρμογλυφείοις καθημένοις, οὕστινας ἐργάζονται οἱ
δημιουργοὶ σύριγγας ἢ αὐλοὺς ἔχοντας, οἳ διχάδε διοιχθέντες
φαίνονται ἔνδοθεν ἀγάλματα ἔχοντες θεῶν. καὶ φημὶ αὖ
ἐοικέναι αὐτὸν τῷ σατύρῳ τῷ Μαρσύᾳ. ὅτι μὲν οὖν τό γε
εἶδος ὅμοιος εἶ τούτοις, ὦ Σώκρατες, οὐδ’ αὐτὸς ἄν που
ἀμφισβητήσαις· ὡς δὲ καὶ τἆλλα ἔοικας, μετὰ τοῦτο ἄκουε.
ὑβριστὴς εἶ· ἢ οὔ; ἐὰν γὰρ μὴ ὁμολογῇς, μάρτυρας παρ-
έξομαι. ἀλλ’ οὐκ αὐλητής; πολύ γε θαυμασιώτερος ἐκείνου.
[215c] ὁ μέν γε δι’ ὀργάνων ἐκήλει τοὺς ἀνθρώπους τῇ ἀπὸ τοῦ
στόματος δυνάμει, καὶ ἔτι νυνὶ ὃς ἂν τὰ ἐκείνου αὐλῇ ―ἃ γὰρ
Ὄλυμπος ηὔλει, Μαρσύου λέγω, τούτου διδάξαντος― τὰ οὖν
ἐκείνου ἐάντε ἀγαθὸς αὐλητὴς αὐλῇ ἐάντε φαύλη αὐλητρίς,
μόνα κατέχεσθαι ποιεῖ καὶ δηλοῖ τοὺς τῶν θεῶν τε καὶ
τελετῶν δεομένους διὰ τὸ θεῖα εἶναι. σὺ δ’ ἐκείνου τοσοῦτον
μόνον διαφέρεις, ὅτι ἄνευ ὀργάνων ψιλοῖς λόγοις ταὐτὸν
[215d] τοῦτο ποιεῖς. ἡμεῖς γοῦν ὅταν μέν του ἄλλου ἀκούωμεν
λέγοντος καὶ πάνυ ἀγαθοῦ ῥήτορος ἄλλους λόγους, οὐδὲν
μέλει ὡς ἔπος εἰπεῖν οὐδενί· ἐπειδὰν δὲ σοῦ τις ἀκούῃ ἢ τῶν
σῶν λόγων ἄλλου λέγοντος, κἂν πάνυ φαῦλος ᾖ ὁ λέγων,
ἐάντε γυνὴ ἀκούῃ ἐάντε ἀνὴρ ἐάντε μειράκιον, ἐκπεπληγ-
μένοι ἐσμὲν καὶ κατεχόμεθα. ἐγὼ γοῦν, ὦ ἄνδρες, εἰ μὴ
ἔμελλον κομιδῇ δόξειν μεθύειν, εἶπον ὀμόσας ἂν ὑμῖν οἷα δὴ
πέπονθα αὐτὸς ὑπὸ τῶν τούτου λόγων καὶ πάσχω ἔτι καὶ
[215e] νυνί. ὅταν γὰρ ἀκούω, πολύ μοι μᾶλλον ἢ τῶν κορυβαν-
τιώντων ἥ τε καρδία πηδᾷ καὶ δάκρυα ἐκχεῖται ὑπὸ τῶν
λόγων τῶν τούτου, ὁρῶ δὲ καὶ ἄλλους παμπόλλους τὰ
αὐτὰ πάσχοντας· Περικλέους δὲ ἀκούων καὶ ἄλλων ἀγαθῶν
ῥητόρων εὖ μὲν ἡγούμην λέγειν, τοιοῦτον δ’ οὐδὲν ἔπασχον,
οὐδ’ ἐτεθορύβητό μου ἡ ψυχὴ οὐδ’ ἠγανάκτει ὡς ἀνδραποδω-
δῶς διακειμένου, ἀλλ’ ὑπὸ τουτουῒ τοῦ Μαρσύου πολλάκις δὴ
[216a] οὕτω διετέθην ὥστε μοι δόξαι μὴ βιωτὸν εἶναι ἔχοντι ὡς
ἔχω. καὶ ταῦτα, ὦ Σώκρατες, οὐκ ἐρεῖς ὡς οὐκ ἀληθῆ. καὶ
ἔτι γε νῦν σύνοιδ’ ἐμαυτῷ ὅτι εἰ ἐθέλοιμι παρέχειν τὰ ὦτα,
οὐκ ἂν καρτερήσαιμι ἀλλὰ ταὐτὰ ἂν πάσχοιμι. ἀναγκάζει
γάρ με ὁμολογεῖν ὅτι πολλοῦ ἐνδεὴς ὢν αὐτὸς ἔτι ἐμαυτοῦ
μὲν ἀμελῶ, τὰ δ’ Ἀθηναίων πράττω. βίᾳ οὖν ὥσπερ ἀπὸ
τῶν Σειρήνων ἐπισχόμενος τὰ ὦτα οἴχομαι φεύγων, ἵνα μὴ
αὐτοῦ καθήμενος παρὰ τούτῳ καταγηράσω. πέπονθα δὲ
[216b] πρὸς τοῦτον μόνον ἀνθρώπων, ὃ οὐκ ἄν τις οἴοιτο ἐν ἐμοὶ
ἐνεῖναι, τὸ αἰσχύνεσθαι ὁντινοῦν· ἐγὼ δὲ τοῦτον μόνον
αἰσχύνομαι. σύνοιδα γὰρ ἐμαυτῷ ἀντιλέγειν μὲν οὐ δυνα-
μένῳ ὡς οὐ δεῖ ποιεῖν ἃ οὗτος κελεύει, ἐπειδὰν δὲ ἀπέλθω,
ἡττημένῳ τῆς τιμῆς τῆς ὑπὸ τῶν πολλῶν. δραπετεύω οὖν
αὐτὸν καὶ φεύγω, καὶ ὅταν ἴδω, αἰσχύνομαι τὰ ὡμολογημένα.
[216c] καὶ πολλάκις μὲν ἡδέως ἂν ἴδοιμι αὐτὸν μὴ ὄντα ἐν ἀνθρώποις·
εἰ δ’ αὖ τοῦτο γένοιτο, εὖ οἶδα ὅτι πολὺ μεῖζον ἂν ἀχθοίμην,
ὥστε οὐκ ἔχω ὅτι χρήσωμαι τούτῳ τῷ ἀνθρώπῳ.

ΠΗΓΗ Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

CORNELI NEPOTIS ALCIBIADES De viris illustribus

Ο Κορνήλιος Νέπως (λατ. Cornelius Nepos, περ. 100- περ. 24 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος βιογράφος και ιστορικός. Κατάγονταν από την εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία (κοιλάδα του Πάδου). Αργότερα εγκαταστάθηκε στη Ρώμη αποφεύγοντας την ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο και συχνάζοντας σε κύκλους λογίων. Ανέπτυξε φιλία με πρόσωπα εξέχοντα στην πολιτική της εποχής του. Από τις βιογραφίες του τα πρωτεία κατέχουν οι βιογραφίες του Θεμιστοκλή, Αλκιβιάδη, Επαμεινώνδα, Αννίβα και Αττικού.
[1] ALCIBIADES, Cliniae filius, Atheniensis. In hoc, quid natura efficere possit, videtur experta. Constat enim inter omnes, qui de eo memoriae prodiderunt, nihil illo fuisse excellentius vel in vitiis vel in virtutibus. 2 Natus in amplissima civitate summo genere, omnium aetatis suae multo formosissimus, ad omnes res aptus consiliique plenus – namque imperator fuit summus et mari et terra, disertus, ut in primis dicendo valeret, quod tanta erat commendatio oris atque orationis, ut nemo ei [dicendo] posset resistere -, dives; 3 cum tempus posceret, laboriosus, patiens; liberalis, splendidus non minus in vita quam victu; affabilis, blandus, temporibus callidissime serviens: 4 idem, simulac se remiserat neque causa suberat, quare animi laborem perferret, luxuriosus, dissolutus, libidinosus, intemperans reperiebatur, ut omnes admirarentur in uno homine tantam esse dissimilitudinem tamque diversam naturam.

[2] Educatus est in domo Pericli – privignus enim eius fuisse dicitur -, eruditus a Socrate; socerum habuit Hipponicum, omnium Graeca lingua loquentium ditissimum: ut, si ipse fingere vellet, neque plura bona comminisci neque maiora posset consequi, quam vel natura vel fortuna tribueret. 2 Ineunte adulescentia amatus est a multis amore Graecorum, in eis Socrate; de quo mentionem facit Plato in symposio. Namque eum induxit commemorantem se pernoctasse cum Socrate neque aliter ab eo surrexisse, ac filius a parente debuerit. 3 Posteaquam robustior est factus, non minus multos amavit; in quorum amore, quoad licitum est odiosa, multa delicate iocoseque fecit, quae referremus, nisi maiora potiora haberemus.

[….]

ΠΗΓΗ
The Latin Library

Το μεταφρασμένο βιβλίο Κορνηλίου Νέπωτος De viris illustribus από τη Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης.

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΩΣ ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΓΓΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Το επόμενο στάδιο της αναζήτησής μας επικεντρώθηκε στην προσπάθεια να συλλέξουμε μελέτες αναφορικά με τα παραπάνω έργα. Η κύρια δυσκολία που αντιμετωπίσαμε ήταν η απουσία ελληνικής βιβλιογραφίας με εξαίρεση μια μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης με θέμα το παράδειγμα των Θεμιστοκλή, Αριστείδη, Λύσανδρου, Αγησίλαου, Νικία, Αλκιβιάδη στους Βίους του Πλουτάρχου.

Στη συνέχεια θεωρήσαμε σκόπιμο να αναζητήσουμε μελέτες, πάντα στην ελληνική γλώσσα, που να αναφέρονται στον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό. Η έρευνά μας στο διαδίκτυο οδήγησε στα εξής αποτελέσματα:

Στην Εθνική Βιβλιοθήκη βρέθηκαν πολλοί τίτλοι (χωρίς όμως να μας δίνεται η ευκαιρία να ανοίξουμε τα βιβλία).

(1811-1894), H. L. F. (1843). Die Ruckker des Alkibiades. [s.n.].
(1826-1907), H. G. F. (1853). Alkibiades des Staatsmann u. Feldherr. C. Pfeffer.
(1848-1911), H. H. (1874). Histoire d’Alcibiade et de la republique Athenienne Depuis la mort de Pericles jusqu’a l’avenement des trente tyrans (4e ed.). [Didier].
(1867-1940), B. E. F. (1929). The life of Alcibiades. Benn Ernest.
(1913-2010), R. J. de. (1995a). Alcibiade ou Les dangers de l’ ambitions Jacqueline de Romilly. Fallois.
(1913-2010), R. J. de. (1995b). Αλκιβιάδης ή Οι κίνδυνοι της φιλοδοξίας Jacqueline de Romilly. Άστυ.
(1943-), Μ. Α. (2003). Αυτός που και οι θεοί ζήλεψαν Αλκιβιάδης Ο άνθρωπος και ο μύθος Ανδρέας Μπράτσος. Κυβέλη.
(1947-), Γ. Π. Δ. (1990). Ἡ δολοφονία τοῦ Ἀλκιβιάδη Ὁ πολιτικός ἀρχηγός τοῦ διαφωτιστικοῦ μεταρρυθμιστικοῦ κινήματος… πολιτική δολοφονία τοῦ Μεγάλου Ἀλκιβιάδη Π. Δ. Γρηγοριάδη. Νέα Θέσις.
(1975-), Μ. Δ. Σ. (2006). Αλκιβιάδης Ο “χαμαιλέων” του Χρυσού Αιώνα Δημήτρης Μπελέζος. Περισκόπιο.
Arend, F. (1883). Rettungen des Alkibiades. [s.n.].
) B. J. (1889-1978. (1935). Alcibiade, 450-404 avant J.-C. Payot.
) B. J. (1889-1978. (1961). Αλκιβιάδης 450-404 π.Χ. Μετάφραση Στέλλας Βουρδουμπά. Μπεργασής.
) E. W. M. (1943-. (1989). Alcibiades Walter Μ. Ellis. Routledge.
Κ, Β. Ε. (2004). Αλκιβιάδης Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός Μ. Ελ. Βολονάκη. Βολονάκης.
Επόμενο στάδιο ήταν να στραφούμε στην αναζήτηση ξένης βιβλιογραφίας και δη αγγλικής. Ο μόνος ιστότοπος που διαθέτει μια συνολική βιβλιογραφία για το θέμα είναι η ελληνική Wikipedia. Στη συνέχεια αναζητώντας τα σχετικά έργα της ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας μας προέκυψε η αδυναμία να ενημερωθούμε για το περιεχόμενο του έργου έστω και περιληπτικά.

Στον ιστότοπο JSTOR ανακαλύψαμε ορισμένα περαιτέρω στοιχεία για κάποια έργα της βιβλιογραφίας που ήδη είχαμε. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

Dedications by Alkibiades and Thrasyboulos
Author(s): E. G. Pemberton
Source: The Annual of the British School at Athens, Vol. 76 (1981), pp. 309-321
Published by: British School at Athens
Stable URL: http://www.jstor.org/stable/30103038
Andokides IV (“Against Alkibiades”): Fact or Fiction?
Author(s): William D. Furley
Source: Hermes, 117. Bd., H. 2 (1989), pp. 138-156
Published by: Franz Steiner Verlag
Stable URL: http://www.jstor.org/stable/4476675

A Biographical Source on Phaiax and Alkibiades?
Author(s): A. R. Burn
Source: The Classical Quarterly, Vol. 4, No. 3/4 (Jul. – Oct., 1954), pp. 138-142
Published by: Cambridge University Press on behalf of Classical Association
Stable URL: http://www.jstor.org/stable/636547

The Strategy of the Battle of Cyzicus
Robert J. Littman
Transactions and Proceedings of the American Philological Association
Vol. 99 (1968), pp. 265-272
Published by: Johns Hopkins University Press
The Genius of Alkibiades
Author(s): Malcolm F. McGregor
Source: Phoenix, Vol. 19, No. 1 (Spring, 1965), pp. 27-50
Published by: Classical Association of Canada
Stable URL: http://www.jstor.org/stable/1086688

The Life of Alcibiades: The Idol of Athens Paperback – November 17, 2010
by E. F. Benson (Author), Craig Paterson (Editor, Introduction).

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Το τρίτο σκέλος της έρευνάς μας αφορούσε στην προσωπικότητα του Αλκιβιάδη, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από τη λογοτεχνία και τη βιογραφία, ιστορική και μυθιστορηματική, ξεκινώντας ασφαλώς από την ελληνική. Επισκεφθήκαμε τον ιστότοπο Biblionet όπου εντοπίσαμε ενδιαφέροντες τίτλους βιβλίων.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΑΧΟΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ ΕΣΤΙΑ

Αγγελου Βλάχου Αλκιβιάδης

 

Στο Ο κύριός μου Αλκιβιάδης παρουσιάζεται με ζωντάνια, μέσα από την αφήγηση ενός δούλου η ατμόσφαιρα της εποχής (του 5ου π.Χ. αι.) και ταυτόχρονα σκιαγραφείται η αινιγματική όσο και γοητευτική φυσιογνωμία του Αλκιβιάδη. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε στην Αθήνα το 1954 και τιμήθηκε με το Βραβείο των Δώδεκα το 1955.

«Το θέμα του Αλκιβιάδη ευνοήθηκε στην αρχαιότητα από πολλούς, και ιστοριογράφους (κυρίως τον Θουκυδίδη και τον Ξενοφώντα) και βιογράφους (κυρίως τον Πλούταρχο και τον Κορνήλιο Νέπωτα) και ποιητές (κυρίως τον Αριστοφάνη και τους επιγραμματοποιούς) και φιλοσόφους (κυρίως τον Πλάτωνα) και ρήτορες (κυρίως τον Λυσία και τον Αντιφώντα). Ευνοήθηκε όμως και από πολλούς Δυτικούς των νεότερων χρόνων (κυρίως τον Σαίξπηρ «Timo of Athens») και Έλληνες (του 20ού αιώνα, κυρίως τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Άγγελο Βλάχο στο αριστουργηματικό ιστορικό, επίσης, μυθιστόρημα «O κύριός μου ο Αλκιβιάδης»). O βασικός λόγος γι” αυτό είναι ότι ο Αθηναίος πολιτικός ήταν σε όλα «αμφί-» και αμφισβητούμενη προσωπικότητα, μνημείο ικανότητας και διαφθοράς. …. »

De Romilly Jacqeline, Αλκιβιάδης ή οι κίνδυνοι της φιλοδοξίας, εκδ. Άστυ, Αθήνα 2007.

Στον «Αλκιβιάδη», η διάσημη ελληνίστρια προσεγγίζει το πιο αμφιλεγόμενο, το πιο αντιφατικό αλλά και το πιο συναρπαστικό πρόσωπο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Το βιβλίο αυτό δεν είναι μυθιστορηματική βιογραφία: εκθέτει τα γεγονότα, αναφέρει τα κείμενα, δίνει τις πηγές. Μέσα όμως από αυτά, η συγγραφική δύναμη της Γαλλίδας ακαδημαϊκού παρασύρει τον αναγνώστη καθώς μεταδίδει το πάθος και το δέος της μπροστά στη μεγάλη και τραγική κατ” αυτήν, μορφή του Αλκιβιάδη. Όλη η ζωή του είναι μια αδιάκοπη περιπέτεια, με απίθανες ενέργειες, χαοτικές εναλλαγές δόξας και αμαύρωσης, θάρρους και φαυλότητας, που την κάνουν σχεδόν μυθική. Αυτός ο ωραίος και τολμηρός νέος, με κηδεμόνα τον Περικλή και δάσκαλο τον Σωκράτη, βρέθηκε στο επίκεντρο της Αθηναϊκής ζωής στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Γοήτευε με τα χαρίσματα, τις θρασύτητες και τα σκάνδαλά του. Όλοι τον θαύμαζαν και του συγχωρούσαν τα πάντα. Ήταν όμως φιλόδοξος χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς. Και αυτό υπήρξε το καταλυτικό στοιχείο. Προκάλεσε εχθρότητες που απέβησαν ολέθριες για όλους. Οι μεταπτώσεις του από τα ύψη στα βάθη παίρνουν διαστάσεις προσωπικής και ομαδικής τραγωδίας και καθιστούν τον Αλκιβιάδη μοιραίο άνθρωπο για την τύχη της Αθήνας και των συγχρόνων του. (. . .)

(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Νέα βιογραφία του Αλκιβιάδη από τον ιστορικό Χέρμπερτ Χέφτνερ

Herbert Heftner Alkibiades

Ο ιστορικός Χέρμπερτ Χέφτνερ εξέδωσε μια καινούργια βιογραφία του Αλκιβιάδη και η κριτική ανακαλύπτει στην ηγετική εκείνη φυσιογνωμία του 5ου αιώνα π.Χ. το πρότυπο του σημερινού λαϊκιστή πολιτικού.
ΠΗΓΗ
Ελληνόφωνη έκδοση της Deutsche Welle

 

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Στον τομέα της τέχνης αναζητήσαμε υλικό σχετικά με παραστάσεις του Αλκιβιάδη στην κλασική Ελληνική και Ρωμαϊκή τέχνη στην ιστοσελίδα Classical art research Centre (University of Oxford). Ωστόσο, στην παραπάνω ιστοσελίδα δεν αναγράφονται σε όλες τις περιπτώσεις τα μουσεία όπου αυτά εκτίθενται.

 

ΠΡΟΤΟΜΕΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ

Alkibiades1                   Alkibiades2

 

 

Alkibiades3             Alkibiades4

Αντίγραφο ανδριάντα (πιθανόν του Αλκιβιάδη)                                                               μουσείο Βατικανού

 

Alkibiades5     Alkibiades6

Ο Σωκράτης σώζει τον Αλκιβιάδη                Κεφάλι του Αλκιβιάδη σε κράνος

 

Alkibiades7 Ψηφιδωτό από τη Σπάρτη

 

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Alkibiades8

Τζον Λεον Ζερόμ Ο Σωκράτης ψάχνει τον Αλκιβιάδη στο σπίτι της Ασπασίας 1861 ΠΗΓΗ: el.wikipedia

 

Alkibiades9

Μισέλ ντε Νάπολι (1808-1892): Morte di Alcibiade (Θάνατος του Αλκιβιάδη) (1839), Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης 

ΠΗΓΗ: el.wikipedia

 

Alkibiades10

Πιέτρο Τέστα (1611-1650): Ο μεθυσμένος Αλκιβιάδης διακόπτει το Συμπόσιο (1648)

ΠΗΓΗ: el.wikipedia

 

Alkibiades11

Φελίξ Οβρέι (1830-1833): Ο Αλκιβιάδης με τους Δικαστές (1833), Μουσείο των Καλών Τεχνών του Βαλανσιέν

ΠΗΓΗ: el.wikipedia

 

Alkibiades12

Christoffer Wilhelm Eckersberg – Σωκράτης και Αλκιβιάδης (19ος αιώνας)

ΠΗΓΗ: en.wikipedia

 

Alkibiades13

Henryk Siemiradzki – Ο Σωκράτης βρίσκει τον Αλκιβιάδη στην παρέα εταίρων

ΠΗΓΗ: el.wikipedia

 

Alkibiades14

Τζών-Μπατίστ Ρενιώ (1754-1829): Ο Σωκράτης σέρνει τον Αλκιβιάδη από την Αγκαλιά της Αισθησιακής Ευχαρίστησης, 1791

ΠΗΓΗ: el.wikipedia

Την εργασία επιμελήθηκαν οι φιλόλογοι Παναγιώτα Κουγιά και Αναστασία Κρέκα.